κατακαίω


κατακαίω
κατα|καίω сжигать дотла, обращать в пепел

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κατακαίω" в других словарях:

  • κατακαίω — burn completely aor subj pass 1st sg (doric) κατακαίω burn completely pres subj act 1st sg κατακαίω burn completely pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαίω — κατακαίω, κατάκαψα και κατέκαψα βλ. πίν. 161 Σημειώσεις: κατακαίω : ο αόριστος κατάκαψα αντιστοιχεί κυρίως στην έννοια → καίω πολύ, υπερβολικά κάποιον ή κάτι, ενώ ο αόριστος κατέκαψα στην έννοια → καίω ολοσχερώς (έκταση γης κτλ.). Σπάνια, σε… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατακαίω — (Α κατακαίω) καίω εντελώς, αφανίζω, καταστρέφω νεοελλ. με εξωτερική επενέργεια νεκρώνω τα συστατικά ενός πράγματος («η παγωνιά κατάκαψε τα λαχανικά») νεοελλ. μσν. παθ. κατακαίομαι ζεματίζομαι μσν. 1. (για έρωτα) προκαλώ ερωτικό πάθος 2. μέσ.… …   Dictionary of Greek

  • κατακαίω — κατέκαψα, κατακάηκα, κατακαμένος 1. καίω κάτι εντελώς: H πυρκαγιά κατέκαψε μεγάλες εκτάσεις. 2. (για πάθη) φλογίζω: Τον κατακαίει ο έρωτας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατακαίετε — κατακαίω burn completely pres imperat act 2nd pl κατακαίω burn completely pres ind act 2nd pl κατακαίω burn completely imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαίῃ — κατακαίω burn completely pres subj mp 2nd sg κατακαίω burn completely pres ind mp 2nd sg κατακαίω burn completely pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαύσουσι — κατακαίω burn completely aor subj act 3rd pl (epic) κατακαίω burn completely fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατακαίω burn completely fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαύσουσιν — κατακαίω burn completely aor subj act 3rd pl (epic) κατακαίω burn completely fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατακαίω burn completely fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαύσω — κατακαίω burn completely aor subj act 1st sg κατακαίω burn completely fut ind act 1st sg κατακαίω burn completely aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακεκαυμένα — κατακαίω burn completely perf part mp neut nom/voc/acc pl κατακεκαυμένᾱ , κατακαίω burn completely perf part mp fem nom/voc/acc dual κατακεκαυμένᾱ , κατακαίω burn completely perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακαιομένων — κατακαίω burn completely pres part mp fem gen pl κατακαίω burn completely pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.